Επιχειρηματικοί νόμοι
Βουλγαρική νομοθεσία
Επειδή, όπως έχει προηγούμενα επισημανθεί, ο βουλγαρικός Εμπορικός Νόμος δεν κατοχυρώνει την πίστωση, όλοι είναι εξαιρετικά προσεκτικοί σε ποιόν πωλούν επί πιστώσει. Πέραν τούτου δεν υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην είσπραξη.
Επειδή, όπως έχει προηγούμενα επισημανθεί, ο βουλγαρικός Εμπορικός Νόμος δεν κατοχυρώνει την πίστωση, όλοι είναι εξαιρετικά προσεκτικοί σε ποιόν πωλούν επί πιστώσει. Πέραν τούτου δεν υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην είσπραξη.
α) Όλοι ανεξαιρέτως οι ερωτηθέντες τοποθετήθηκαν επί του ανεπαρκούς του βουλγαρικού Εμπορικού Νόμου. Πιό συγκεκριμένα, η μη κατοχύρωση του πιστωτή σε περιπτώσεις πωλήσεων επί πιστώσει δυσχεραίνει και καθιστά προβληματική την επέκταση των πωλήσεων σε νέους πελάτες. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον το λιανεμπόριο δεν παρουσιάζει ακόμα μεγάλο βαθμό συγκεντρωτισμού και τα τραπεζικά δάνεια για εξασφάλιση κεφαλαίων κίνησης είναι δύσκολο να βρεθούν. Ακόμα το ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τραπεζικές επιταγές αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη του εμπορίου στη χώρα.
β) Ορισμένοι ερωτηθέντες επεσήμαναν την απουσία κινήτρων στον βουλγαρικό Επενδυτικό Νόμο, καθώς και την απουσία ευνοικής φορολογικής μεταχείρησης σε περιπτώσεις εισαγωγής μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού.
γ) Ένα ακόμα σημείο όπου υπήρξε ομοφωνία είναι αυτό της γραφειοκρατίας και της ανεπαρκούς, μέχρι τώρα, επιβολής του νόμου. Όλοι αναγνώρισαν ότι έχουν γίνει αρκετά θετικά νομοθετικά βήματα στον χώρο της εμπορικής δραστηριότητας (όπως για παράδειγμα η υποχρεωτική έκδοση τιμολογίων και ταμειακών αποδείξεων), όμως η εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας εξαρτάται μερικές φορές από την ερμηνεία που δίδουν ορισμένα αρμόδια εκτελεστικά όργανα. Οταν δε οι εμπορικές διαφορές φθάνουν στα δικαστήρια προς επίλυση, λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών, μερικές φορές οι εμπλεκόμενοι αναγκάζονται να αναζητήσουν εκ των ενόντων άλλες λύσεις. Η δυσκίνητη και δαιδαλώδης γραφειοκρατία επιτείνει την ήδη προβληματική κατάσταση.
δ) Αρκετοί ερωτηθέντες σχολίασαν κρούσματα φοροδιαφυγής και λαθραίων εισαγωγών. Αν και η κατάσταση έχει βελτιωθεί χάρη στους σχετικούς ελέγχους, απέχει ακόμα από το να χαρακτηρισθεί ικανοποιητική. Ιδιαίτερα επιζήμιο για τις ελληνικές εταιρείες είναι η μη καταβολή εισαγωγικών δασμών από ορισμένες ανταγωνίστριες εταιρείες, οι οποίες συνήθως μετακυλίουν την χαμηλή τιμή εισαγωγής του ίδιου του προιόντος ή των πρώτων υλών παραγωγής του στην τιμή διάθεσής του στην αγορά. Ο παράγοντας αυτός θεωρείται από τους σημαντικότερους όσον αφορά στην τιμή των ελληνικών προιόντων σε επιβαρύνσεις, σε σχέση με τα ανταγωνιστικά τους στη βουλγαρική αγορά.
ε)Τέλος επισημάνθηκε η απουσία Υποθηκοφυλακείου και ότι συχνά υπάρχει ασάφεια στα ιδιοκτησιακά καθεστώτα των προς αγορά ακινήτων.
Τελωνεία (δασμοί, διαδικασίες)
Υπήρξαν ορισμένα παράπονα αναφορικά με τις τελωνειακές διαδικασίες, καθυστερήσεις στα σύνορα κλπ. Όπως προαναφέρθηκε, πολλοί έκαναν λόγο για το φαινόμενο των εκτεταμένων λαθραίων εισαγωγών. Σε ορισμένα προιόντα προέλευσης Ε.Ε., κυρίως αγροτικές πρώτες ύλες (πχ. άλευρα) ή μεταποιημένα προιόντα (πχ. μακαρόνια, φρυγανιές, παγωτά), οι βουλγαρικοί εισαγωγικοί δασμοί, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί από τις διάφορες Συμφωνίες της Ε.Ε είναι αρκετά υψηλοί. Έτσι, οι ελληνικές παραγωγικές εταιρείες που θέλουν να κρατήσουν τη ποιότητα του προϊόντος τους σε ικανοποιητικά επίπεδα, το διαθέτουν σε τιμές υψηλότερες από αυτές των βουλγαρικών. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα γίνεται εκτροπή εμπορίου από την Ε.Ε. προς τις χώρες CEFTA ή την Τουρκία, λόγω των διμερών Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου.
Τράπεζες
Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων επεσήμανε τη δυσκολία λήψη, κυρίως μικρών δανείων, τόσο από ελληνικές όσο και από βουλγαρικές τράπεζες. Ορισμένοι χαρακτήρισαν ως ισοπεδωτική την αντιμετώπιση των επιχειρήσεων από τις τράπεζες στο θέμα των απαιτούμενων προς δανειοληψία εγγυήσεων και θα επιθυμούσαν μια πιό ευέλικτη πολιτική δανειοδότησης.
Ελληνικές Υπηρεσίες/Κράτος
Ορισμένοι ερωτηθέντες θα επιθυμούσαν πληρέστερη πληροφόρηση σχετικά με προγράμματα, πρωτοβουλίες και χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε. που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους.
ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗ
1) Παράγοντες επιβάρυνσης της τιμής
Στο βαθμό που οι πρώτες ύλες παραγωγής προμηθεύονται από την εγχώρια αγορά, αυτές δεν επιβαρύνουν σημαντικά την τελική τιμή. Επειδή όμως οι ελληνικές παραγωγικές μονάδες στην Βουλγαρία προσπαθούν να διατηρήσουν ικανοποιητική την ποιότητα του προιόντος, αναγκάζονται να εισάγουν τις πρώτες ύλες, οπότε η επιβάρυνση της τελικής τιμής είναι υπολογίσιμη. Το ίδιο ισχύει και για τα ελληνικά προιόντα που δεν παράγονται στην Βουλγαρία, αλλά εισάγονται. Το εργατικό κόστος στην Βουλγαρία είναι χαμηλό (περίπου το 40% του εργατικού κόστους στην Ελλάδα) και το ποσοστό συμμετοχής του στη τελική τιμή είναι μικρό. Βέβαια όλοι συμφώνησαν ότι το πλεονέκτημα αυτό σχετικοποιείται από τη χαμηλή παραγωγικότητα στον τομέα εργασίας. Τα ενδιάμεσα ή βοηθητικά της παραγωγής και διακίνησης αγαθά (πχ χαρτοκιβώτια, υλικά συσκευασίας) είναι σαφώς φθηνότερα στη Βουλγαρία απ΄ότι στην Ελλάδα. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες, και ιδίως το τηλέφωνο, είναι σχετικά ακριβές στην Βουλγαρία. Ο παράγοντας με το μεγαλύτερο ίσως ποσοστό συμμετοχής στη τελική τιμή είναι η διαφήμιση, ιδιαιτέρως δε η τηλεοπτική.
1) Περιθώρια κέρδους
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και με δεδομένο ότι τα ελληνικά προιόντα διατηρούν ικανοποιητική ποιότητα και προκειμένου οι ελληνικές επιχειρήσεις να είναι ανταγωνιστικές στη βουλγαρική αγορά, λειτουργούν με εξαιρετικά χαμηλό περιθώριο κέρδους. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα μεγάλης ελληνικής παραγωγικής μονάδος που περισσότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη της παραγωγής δεν έχει κάνει ακόμα break-even. Είναι λοιπόν προφανές ότι η όποια σοβαρή ελληνική επένδυση στη χώρα δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί σε μακροχρόνια κέρδη. Πρέπει να σημειωθεί ότι το κριτήριο αγοράς του μέσου Βούλγαρου καταναλωτή δεν είναι η σχέση ποιότητας/ τιμής, όπου υπερέχουν τα ελληνικά προιόντα, αλλά η απόλυτη τιμή.
ΔΙΚΤΥΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
1) Τρόποι Διανομής
α) Ο συνηθέστερος τρόπος διανομής είναι η δημιουργία μικρότερων δικτύων στις μεγαλύτερες πόλεις (συνήθως, εκτός από τη Σόφια, στη Φιλιππούπολη, στη Βάρνα και το Μπουργκάς). Κάθε τέτοιο δίκτυο διαθέτει γραφείο διοίκησης, πωλητές, αποθήκη και φορτηγά. Η υπόλοιπη χώρα καλύπτεται από τους κατά τόπους χονδρεμπόρους ή/και αντιπροσώπους της εταιρείας.
β) ΄΄Παραλλαγή΄΄ του ως άνω συστήματος είναι η δημιουργία όχι κατά τόπους γραφείων, παρά κατά τόπους θυγατρικών εταιρειών που διακινούν κατ’ αποκλειστικότητα τα προιόντα της μητρικής εταιρείας, η οποία και στοιχειοθετεί τον όγκο των πωλήσεών τους.
γ)Ενας άλλος τρόπος διανομής που ακολουθούν ορισμένες παραγωγικές μονάδες είναι η πώληση του προιόντος κατευθείαν από το εργοστάσιο σε συνεργαζόμενους χονδρεμπόρους, οι οποίοι διακινούν το προιόν προς το λιανεμπόριο της χώρας.
Τους χονδρέμπορους αυτούς συντονίζουν και καθοδηγούν οι επιθεωρητές πωλήσεων της εταιρείας. Είναι ένας ιδιάζων τρόπος διανομής, η αποτελεσματικότητα του οποίου προυποθέτει την καλή σχέση εταιρείας/χονδρεμπόρων και το να είναι το προιόν γνωστό στην αγορά, ώστε να έχει κίνητρο ο χονδρέμπορος ουσιαστικά να αναλάβει την αποτελεσματική διακίνηση του προιόντος στη βουλγαρική αγορά. Το θετικό για την εταιρεία παραγωγής είναι ότι ελαχιστοποιεί το κόστος διανομής, γεγονός που αντανακλάται στη λιανική τιμή. Το αρνητικό είναι ότι έχει περιορισμένο έλεγχο επί της διανομής και αυξημένη εξάρτηση από τους χονδρέμπορους.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί η εμφάνιση της πώλησης ex-van, δηλαδή πώλησης κατ΄ευθείαν από το φορτηγό διανομής. Η μέθοδος αυτή αφ΄ενός προυποθέτει ένα σχετικά περιορισμένο πελατολόγιο (πχ φαρμακεία) και μικρό σε μέγεθος προιόν και, αφ΄ετέρου επιτυγχάνει πώληση τοις μετρητοίς ή με μικρό χρόνο πίστωσης (πχ μία εβδομάδα), άμεση παράδοση και έλεγχο των μικρών πελατών. Ορισμένοι επιχειρηματίες εκτιμούν ότι αυτός ο τρόπος διανομής/πώλησης θα επεκταθεί στο μέλλον, ιδίως σε χώρες όπως η Βουλγαρία όπου το λιανεμπόριο έχει μεγάλο βαθμό διασποράς.
δ)Ενδεικτικό του επαγγελματισμού και αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει τις ελληνικές εταιρείες εισαγωγής/διανομής είναι ότι συνεργάζονται με μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες (Danone, Perfetti, Molnyke, Johnson and Johnson, Smithkline Beecham, Reckitt and Benckiser, Wella, Warner-Lambert, Henkel, Unilever κλπ) και διακινούν όλα ή ορισμένα από τα προιόντα τους.
2) Χρόνος παράδοσης
Κυμαίνεται από 1 έως 3 ημέρες
ΠΩΛΗΣΕΙΣ
1) Κανάλια πώλησης
Από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του βουλγαρικού λιανεμπορίου είναι ο μικρός βαθμός συγκεντρωτισμού και η ευρεία γεωγραφική διασπορά των σημείων πώλησης. Οι αλυσσίδες Supermarkets είναι λίγες και μικρές. Για τους λόγους αυτούς το ειδικό βάρος των χονδρεμπόρων είναι αυξημένο. Η μεγαλύτερη και πιό οργανωμένη χονδρεμπορική μονάδα στη Βουλγαρία είναι η γερμανική Metro. Όμως το 62% των ερωτηθεισών ελληνικών εταιρειών δεν διαθέτουν τα προιόντα τους στη Metro διότι θεωρούν τις απαιτήσεις της υπερβολικές (εκπτώσεις, χρόνος πίστωσης κλπ), γεγονός που δημιουργεί προβλήματα εμπορικής συνεργασίας με την υπόλοιπη αγορά. Εξάλλου φοβούνται πως οι όποιες παροχές θα μετακυληθούν στη τιμή του προιόντος με αποτέλεσμα να πουλά η Metro φθηνότερα από το υπόλοιπο χονδρεμπόριο.
Πλειοψηφία των ελληνικών εταιρειών διαθέτει ικανοποιητικό δίκτυο διανομής, γεγονός που καθιστά την συνεργασία τους με τη Metro λιγότερο επιτακτική. Η αντίστοιχη ελληνική εταιρεία Ena Bulgaria έχει ακόμα μεγάλα περιθώρια για επέκτασή της στην βουλγαρική αγορά.
2) Εξέλιξη όγκου πωλήσεων
Με εξαίρεση την περίοδο από το τέλος του 1996 μέχρι τα μέσατου 1997, κατά την οποία η χώρα γνώρισε βαθειά οικονομική και πολιτική κρίση, οι πωλήσεις βαίνουν αυξητικές, με ρυθμό όμως αρκετά αργό. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετές ελληνικές παραγωγικές μονάδες στην Βουλγαρία λειτουργούν συμπληρωματικά με μονάδες της ίδιας εταιρείας σε γειτονικές χώρες και κατ΄αυτόν το τρόπο η γκάμα των προιόντων της μιάς μονάδας εμπλουτίζεται από προιόντα που παράγει η άλλη και το αντίστροφο.
Τέλος, οι παραγωγικές μονάδες εξάγουν σημαντικό μερίδιο της παραγωγής τους (σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνει το 40%) σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, επωφελούμενες και των Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου που έχει υπογράψει η Βουλγαρία με τις χώρες CEFTΑ και την ΠΓΔτΜ.
3) Μερίδια αγοράς
Επειδή, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, το κριτήριο αγοράς του μέσου Βούλγαρου καταναλωτή είναι η απόλυτη λιανική τιμή, τα ελληνικά καταναλωτικά προιόντα που αντιμετωπίζουν εγχώριο ανταγωνισμό (χυμοί, αλλαντικά, μπισκότα) έχουν μικρό μερίδιο αγοράς.
Αντιθέτως, λόγω του ότι τα ελληνικά καταναλωτικά προιόντα χαρακτηρίζονται από καλή σχέση ποιότητας/τιμής, υπερέχουν σημαντικά έναντι των εισαγομένων από άλλες χώρες προίόντων. Τέλος, σε προιόντα όπως φρυγανιές, κρουασσάν, διάφορα snacks, παγωτά, η ελληνική παρουσία είναι σχεδόν μονοπωλιακή.
ΠΛΗΡΩΜΕΣ
1) Χρόνος πίστωσης
Όταν δίδεται, κατά μέσο όρο κυμαίνεται από 2 έως 3 εβδομάδες.
2) Δυσκολίες στην είσπραξη
Επειδή, όπως έχει προηγούμενα επισημανθεί, ο βουλγαρικός Εμπορικός Νόμος δεν κατοχυρώνει την πίστωση, όλοι είναι εξαιρετικά προσεκτικοί σε ποιόν πωλούν επί πιστώσει. Πέραν τούτου δεν υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην είσπραξη.
3) Εκπτώσεις
Δεδομένου ότι τα περιθώρια κέρδους είναι συμπιεσμένα, εκπτώσεις δίδονται δύσκολα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ/ΠΡΟΩΘΗΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ
Αναφορικά με τις μεθόδους διαφήμισης, όποιες πρακτικές εφαρμόζονται διεθνώς, εφαρμόζονται και στη Βουλγαρία. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις υπήρξαν δυσκολίες εκτελωνισμού διαφημιστικών δειγμάτων, διότι οι τελωνειακές αρχές επέμεναν να επιβάλουν Φ.Π.Α.
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Το κυριώτερο χαρακτηριστικό του εγχώριου ανταγωνισμού είναι η χαμηλή τιμή που επιτυγχάνεται με παραποίηση της ποιότητας του προιόντος, με λαθραίες εισαγωγές πρώτων υλών ή/και με παραβιάσεις των απαιτήσεων της εργατικής νομοθεσίας. Συνήθως ο ανταγωνισμός αποτελείται από μικρές παραγωγικές μονάδες ή και οικοτεχνίες με αμφίβολες, από απόψεως υγιεινής, μεθόδους παραγωγής. Ορισμένες μεγάλες, για τα δεδομένα της χώρας, βουλγαρικές παραγωγικές μονάδες υπάρχουν κυρίως στο χώρο των χυμών, αλλαντικών και των μπισκότων. Ο πλέον οργανωμένος ανταγωνισμός προέρχεται από ξένες εταιρείες εγκατεστημένες στη Βουλγαρία (Nestle, Procter and Gamble, Jacobs-Suchard κλπ) και από φθηνές εισαγωγές τουρκικών προιόντων. Αξίζει μνείας ότι η τουρκική παρουσία, στο χώρο πάντα των καταναλωτικών προιόντων, είναι ιδιαίτερα αισθητή στα μπισκότα και στα είδη οικιακής καθαριότητας.
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
Σημειώνεται ότι η πορεία των πωλήσεων των ελληνικών καταναλωτικών προιόντων εξαρτάται από το διαθέσιμο εισόδημα του μέσου Βούλγαρου καταναλωτή και τη διεύρυνση της ανώτερης και μεσαίας εισοδηματικής τάξης. Τα ελληνικά καταναλωτικά προιόντα απευθύνονται στο 10% περίπου του βουλγαρικού πληθυσμού, τα οποία με τη σειρά τους συναρτώνται άμεσα με τη γενικώτερη πορεία της βουλγαρικής οικονομίας. Σε γενικές γραμμές υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία. Υπέρ της βελτίωσης του επιχειρηματικού κλίματος συνηγορεί πρωτίστως η ενταξιακή στην Ε.Ε. πορεία της Βουλγαρίας. Όλοι πιστεύουν ότι αυτή η προοπτική είναι ο καταλύτης τόσο για τις ριζικές αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο (προσαρμογή της βουλγαρικής νομοθεσίας σε αυτήν της Ε.Ε.), όσο και ο κινητήριος μοχλός για τηνεπιτάχυνση των απαραίτητων δομικών αλλαγών (ιδιωτικοποιήσεις κλπ) και την αποπεράτωση των αναγκαίων έργων υποδομής. Αρνητικοί παράγοντες είναι η συνεχής μείωση της βουλγαρικής βιομηχανικής παραγωγής, η εντυπωσιακή κάμψη των εξαγωγών και η συνεπακόλουθη διεύρυνση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, όπως και η αύξηση της ανεργίας που τον Ιούνιο 2000 έφθασε το 18,3.
Παρ΄ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Βουλγαρία, η χώρα αυτή διαθέτει ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως σταθερό πολιτικό σύστημα, σταθερή ισοτιμία νομίσματος και χαμηλό πληθωρισμό, μετά από συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Νομισματικό Συμβούλιο, σχετικά φθηνά εργατικά, καθώς και γεωγραφική και πολιτισμική εγγύτητα προς την Ελλάδα. Για τους λόγους αυτούς, εκτιμάται οτι η Βουλγαρία μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο των ελληνικών εταιρειών προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Προς την κατεύθυνση αυτή θα βοηθήσει πολύ η κατασκευή των νέων μεθοριακών διαβάσεων Γκότσε Ντέλτσεφ-Δράμα και Μακάζα-Κομοτηνή.
Λογιστική και λογιστικός έλεγχος
Η Λογιστική και η οικονομική ενημέρωση ρυθμίζονται από τον Νόμο περί Λογιστικής του 1991 (όπως τροποιήθη-κε τα έτη 1992, 1996, 1997 και 1998). Οι εισηγμένες αρχές της Λογιστικής είναι εναρμονισμένες με την Οδηγία IV της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τους διεθνείς Λογιστικούς κανόνες. Ο Λογιστικός Νόμος (ο Νόμος) εγκαθιδρύει αξιώσεις για την διατήρηση των λογιστικών αρχείων και για την παρουσίαση της οικονομικής ενημερότητας των επιχειρήσεων. Οι απαιτήσεις του Νόμου εφαρμόζονται σε όλους τους τύπους των επιχειρήσεων: εταιρείες, οντότητες του δημόσιου τομέα, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, κτλ. Οι κύριοι τομείς του Νόμου σχετίζονται με: τις αρχές της λογιστικής, την απόδειξη με έγγραφα των συναλλαγών, την τρέχουσα και τελική εκτίμηση των στοιχείων του ισολογισμού, την ετήσια οικονομική ενημέρωση, τους ορκωτούς λογιστές. Σύμφωνα με τον Νόμο, όλες οι επιχειρήσεις θα πρέπει να τηρούν λογιστικά βιβλία. Εταιρείες και άλλα παρόμοια νομικά πρόσωπα θα πρέπει να τηρούν ένα “διπλής εισόδου” λογιστικό σύστημα. Πολύ μικρές οντότητες, χωρίς εγγεγραμμένο κεφάλαιο ή με μικρότερο των δέκα αριθμό εργαζομένων κατά το προηγούμενο έτος, και συνολικό ετήσιο εισόδημα κάτω των 75.000 λέβα, δεν υποχρεούνται να τηρούν “διπλής εισόδου” λογιστικά βιβλία ή να δημοσιεύουν οικονομικές εκθέσεις. Μερικές γενικές λογιστικές και οικονομικές απαιτήσεις για ενημέρωση προβλέπονται επίσης και στον Εμπορικό Νόμο του 1991. Ο Τραπεζικός Νόμος του 1997 και ο Ασφαλιστικός Νόμος του 1997, εισάγουν μερικούς εξειδικευμένους λογιστικούς κανόνες για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα. Ο Λογιστικός Νόμος, εγκαθιδρύει επίσης θεσμοθετημένες ελεγκτικές απαιτήσεις. Οντό-τητες υποκείμενες σε νομοθετημένο έλεγχο είναι οι ανώνυμες εταιρείες και οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, τράπεζες, ασφαλιστικά και άλλα οικονομικά ιδρύματα, οντότητες οι οποίες καλύπτουν τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα κριτήρια:
- έχουν δηλώσει κατά την έναρξη της περιόδου ελέγχου συνολικά εισοδήματα ύψους 5.000 λέβα ελάχιστους μηνιαίους μισθούς,
- δήλωσαν στο προηγούμενο έτος πωλήσεις και οικονομικό εισόδημα 10.000 λέβα ελάχιστους μηνιαίους μισθούς,
- ή έχουν 30 εργαζομένους σε ετήσια βάση.
Ενας θεσμοθετημένος έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί από ένα Βούλγαρο ορκωτό λογιστή, μέλους του Βουλγαρικού Ινστιτούτου των Ορκωτών Δημόσιων Λογιστών ή από μία “ειδική ελεγκτική εταρεία”, όπου η πλειοψηφία των εταίρων ή μετόχων είναι Βούλγαροι ή Βούλγαροι και άλλων χωρών ορκωτοί δημόσιοι ελεγκτές. Θεσμοθε-τημένες οικονομικές εκθέσεις μπορούν να βεβαιώνονται ή από τον Ορκωτό Λογιστή ή από μία ειδική ελεγκτική εταιρεία, η οποία πληρεί τα ανωτέρω κριτήρια. Μόνο μία εξειδικευμένη ελεγκτική εταιρεία, εγκεκριμένη από την Κεντρική Τράπεζα της Βουλγαρίας, δύναται να βεβαιώσει οικονομικές εκθέσεις μιάς τράπεζας. Οικονομικές εκθέσεις μιάς ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει να βεβαιωθούν από δύο τουλάχιστον Ορκωτούς Λογιστές, εγκεκριμένους από την Διεύθυνση Ασφαλιστικής Εποπτείας του Υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με τον Νόμο, ένας Εθνικός Χάρτης Εκθέσεων, οι Εθνικοί Κανόνες Λογιστικής (NAS) και οι Εθνικοί Κανόνες Ελέγχου (NSA), εγκαθιδρύθηκαν και εγκρίθηκαν από την Βουλγαρική Κυβέρνηση. Υπάρχουν 29 Εθνικοί Κανόνες Λογιστικής τους οποίους σύμφωνα με τον Νόμο εγκρίνει η Κυβέρνηση. Με μερικές εξαιρέσεις, όπως περιγράφονται στη συνέχεια, οι Εθνικοί Κανόνες Λογιστικής είναι σε εναρμόνιση με τους Διεθνείς Κανόνες Λογιστικής (IAS), όπως εκδίδονται από την Διεθνή Επιτροπή Λογιστικών Κανόνων (ΙΑSC). Εκδόθηκαν επίσης 20 Διεθνείς Κανόνες Ελέγχου και άλλοι 4 είναι στην φάση της προετοιμασίας. Ολοι είναι σε εναρμόνιση με τους Διεθνείς Κανόνες Ελέγχου (ASA) όπως εκδόθηκαν από την Διεθνή Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC).
Αρχές της Λογιστικής
Οικονομικές Εκθέσεις πρέπει να προετοιμάζονται κάτω από την ιστορική σύμβαση δαπανών. Οι ακόλουθες κύριες λογιστικές αρχές διακηρύσσονται από τον Νόμο: τρέχουσα πορεία επιχείρησης, λογιστικός υπολογισμός, σύμπτωση εξόδων και εσόδων, ουσία πάνω στον τύπο, αληθής και δίκαιη αντίληψη, πραγματικότητα, σύνεση, συνοχή. Οι ανωτέρω αρχές είναι σε ουσιαστική εναρμόνιση με τις αρχές και απαιτήσεις του IAS. Ωστόσο, μέσω περαιτέρω κανονισμών, όπως θεσπίσ-θηκαν από τον Νόμο και τους Εθνικούς Κανόνες Λογιστικής, μερικές από τις αρχές της λογιστικής τροποιήθηκαν ή περιορίσθηκε η εφαρμογή τους. Ως αποτέλεσμα αυτού, σε ορισμένες περιπτώσεις οι εφαρμοσθέντες κανόνες της λογιστικής δεν είχαν συνοχή με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές της λογιστικής. Παραδείγματα αυτών των εξαιρέσεων είναι τα ακόλουθα:
- ποσό πιστωμένο στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας για επισφαλείς χρεοφειλές μπορεί να επιβαρυνθεί έως 50% επί του αρχικού ποσού του αποκτηθέντος εμπορεύματος,
- υπολογισμός οικονομικών μεγεθών για άλλου είδους περιουσιακά στοιχεία, για χρέη και δαπάνες δεν επιτρέπεται,
- επενδύσεις σε συνδεδεμένες εταιρείες εκτιμώνται σε εύλογη τιμή και η μέθοδος ισότητας της εγγραφής των επενδύσεων σε άλλες εταιρείες δεν επιτρέπεται,
- ενοποιημένες οικονομικές εκθέσεις πρέπει να προετοιμάζονται ξεχωριστές, ως προσθήκη στις οικονομικές εκθέσεις του καθενός μέλους της ομάδας και δεν προετοιμάζονται ως βασικές οικονομικές εκθέσεις της μητρικής εταιρείας και των υποκαταστημάτων της.
Εκτίμηση των στοιχείων ισολογισμού
Γενικά, κυριαρχεί η ιστορική σύμβαση λογιστικών δαπανών. Περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις εκτιμώνται κανονικά στο ποσό στο οποίο αυτά ιστορικώς αποκτήθηκαν ή συνάφθηκαν. Πάγια περουσιακά στοιχεία εκτιμώνται με βάση το κόστος απόκτησης αφαιρουμένης της συσσωρευμένης υποτίμησης. Το κόστος απόκτησης περιλαμβάνει τιμή αγοράς, μεταφορά, χειρισμό και άλλα έξοδα σχετιζόμενα με την μεταφορά των ειδικών περιουσιακών στοιχείων και την προετοιμασία χρήσης. Η υποτίμηση υπολογίζεται συνεπώς, ακολουθώντας τη μέθοδο, και βασιζόμενη πάνω στον ωφέλιμο βίο, όπως αποτιμάται από την Διοίκηση.
Θεσμοθετημένες τιμές υποτίμη-σης εγκαθιδρύονται για τον σκοπό του υπολογισμού του φόρου εισοδήματος. Η γή δεν υποτιμά-ται, εκτός από τη γή που χρησιμο-ποιείται για αναζήτηση φυσικών πόρων. Αυτές οι τιμές βασίζονται στη μέθοδο της ευθυγράμμισης της υποτίμησης και του υποτιμη-μένου ενεργητικού σε ίσες ετή-σιες δόσεις ως ακολούθως: οικο-δομήματα 3%-4%-10%, μηχανές και εξοπλισμός 4%-20%, μεταφο-ρικά οχήματα 8%, αυτοκίνητα (όταν χρησιμοποιούνται για διοικητικούς σκοπούς) 20%, επίπλωση, συστατικά και παραρ-τήματα 25%, άϋλα περιουσιακά στοιχεία 20%.
Πάγια περιουσιακά στοιχεία υπόκεινται σε επανεκτίμηση στο τέλος του έτους. Γη και οικοδομή-ματα επανεκτιμώνται σε εύλογη τιμή. Εργοστάσια, εξοπλισμός, οχήματα και έπιπλα επανεκτι-μώνται μέσω ειδικού δείκτη τιμών από ομάδα περουσιακών στοι-χείων, όπως δημοσιεύθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής. Το αποτέλεσμα της επανεκτί-μησης καταγράφεται ως πλεόνα-σμα επανεκτίμησης στο τμήμα του κεφαλαίου. Οποιαδήποτε παρεπόμενη μείωση της εύλογης τιμής ή της τιμής του δείκτη τιμών ενός παγίου περουσιακού στοιχείου λαμβάνεται από το απόθεμα επανεκτίμησης.
Χρεόγραφα υπολογίζονται στο κατώτερο κόστος και εύλογη τιμή. Η εύλογη τιμή ορίζεται ως συναλ-λαγματική τιμή, τιμή αγοράς ή πραγματοποιήσιμη αξία. Η επα-νεκτίμηση επιτρέπεται μόνο στο τέλος του χρόνου και η απώλεια από την επανεκτίμηση αναγνωρίζεται στη δήλωση εισοδήματος. Η δαπάνη των χρεογράφων προσδιορίζεται μέσω FIFO, σταθμικού μέσου, LIFO ή ειδικής δαπάνης για αναγνωρισμένες προμήθειες.
Εισπρακτέα ποσά υπολογίζονται στο ποσό της αρχικής συναλ-λαγής αφαιρουμένης κάθε προμή-θειας για αμφισβητούμενα πο-σά.Τέτοιες προμήθειες δεν πρέπει να ξεπερνούν το 50% του ποσού μιάς μόνο είσπραξης.
Τρέχουσες επενδύσεις υπολογίζονται σε τιμή αγοράς.
Μακροπρόθεσμες επενδύσεις υπο-λογίζονται στο τέλος του χρόνου σε εύλογη τιμή. Μία αύξηση της εύλογης τιμής της επένδυσης ανα-φέρεται ως απόθεμα επανεκτίμησης. Οποιαδήποτε επακόλουθη μείωση της εύλογης τιμής μιάς τέτοιας επένδυσης, λαμβάνεται από το απόθεμα επανεκτίμησης. Ξένα συναλλαγματικά νομισματικά περιουσιακά στοιχεία και χρέη υπολογίζονται με την ιστορική συναλλαγματική ισοτιμία την ημέρα της συναλλαγής. Στο τέλος κάθε μήνα, τέτοια στοιχεία πρέπει να επανακτι-μώνται με το κλείσιμο της συναλ-λαγματικής ισοτιμίας, όπως προβλέφθηκε από την Βουλγαρική Κεντρική Τράπεζα. Η επίδραση μιάς τέτοιας επανεκτίμησης αναφέρεται για την τρέχουσα περίοδο ως συναλ-λαγματικό κέρδος ή ζημία.
Μετοχικό κεφάλαιο εκτιμάται από το εγγεγραμμένο συνολικό ποσό. Εισ-πρακτέα ποσά πάνω σε μετοχές με προεγγραφή δηλώνονται ως περου-σιακά στοιχεία.
Μία υπερπληθωριστική επαναδια-τύπωση του ισολογισμού και η δήλωση εισοδήματος απαιτείται από τους Εθνικούς Κανόνες Λογιστικής σε περίπτωση αθροιστικού δείκτη υπερπληθωρισμού για 3 συνεχή έτη σε 100% ή περισσότερο. Οι οικονο-μικές εκθέσεις προσαρμοσμένες για υπερπληθωρισμό δηλώνονται ως κύριες επίσημες οικονομικές δηλώσεις.
Ετήσιες Οικονομικές Δηλώσεις. Οικονομικό έτος για όλα τα πρόσω-πα είναι το ημερολογιακό έτος. Οι δηλώσεις υποβάλλονται σε λέβα και στην βουλγαρική γλωσσα. Αυτές πρέπει να συμπεριλαμβάνουν ισολο-γισμό, δηλώσεις εισοδήματος και δαπανών, ταμειακή ροή, έκθεση των αλλαγών κεφαλαίου, αποκάλυψη της λογιστικής πολιτικής, κα. Ωστόσο, οι εταιρείες είναι ελεύθερες να προσθέσουν στοιχεία στον ισολογισμό όπου θα κατέληγε σε καλύτερη παρουσίαση της οικονομικής ενημέρωσης.