Ηλεκτρομηχανική και ηλεκτρονική
Συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της βουλγαρικής πόλεως Rousse (στον Δούναβη) και της ρουμανικής Gyurgyu καθώς και της γερμανικής εταιρείας Ruhrgas για joint venture. Θα απαιτηθούν κεφάλαια ύψους 50 εκατ. δολλ. για την εγκατάσταση μονάδας αερίου για οικιακή χρήση στις δύο πόλεις. Ετσι, θα διατίθεται αέριο για χρήση στην πόλη Gyurgyu κατά 60% φθηνότερο, εφόσον δεν θα χρησιμοποιείται ο υφιστάμενος αγωγός 60 χιλ. από το Βουκουρέστι. Ο αντίστοιχος διαγωνισμός για τα έργα στο Rousse προγραμματίζεται να γίνει στο τέλος του τρέχοντος έτους. Ηδη έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον από την βουλγαρική ιδιωτική εταιρεία Overgas καθώς και από μία αγγλική.
Πριν από τέλος του έτους 2000, η Βουλγαρία από τις ποσότητες αερίου που λαμβάνει από Ρωσία, θα αυξήσει κατά 1 δισ. κ.μ. όσες διοχετεύει προς Τουρκία, κατόπιν συμφωνίας που έγινε μεταξύ της κρατικής Bulgargas και της τουρκικής Petroleum Pipeline Corp. (BOTAS). Προβλέπεται η αύξηση παράδοσης ρωσικού φυσικού αερίου στην Τουρκία σε 12 δισ. κ.μ. εντός του 2001 και από 2 έως 14 δισ. κ.μ. το 2002. Τα έσοδα για την βουλγαρική πλευρά για το διερχόμενο από το έδαφός της ρωσικό αέριο, υπολογίζονται σε 17,4 εκατ. δολλ., εάν συνεχισθεί ο υπολογισμός του κόστους διέλευσης σε 1,67 δολλ. ανά 1.000 κ.μ. και ανά 100 χιλιόμετρα. Προς το παρόν, από την Βουλγαρία έχουν διαμετακομισθεί σε ετήσια βάση 10 δισ. κ.μ. φυσικού αερίου.
Θέρμανση
Η Κυβέρνηση αποφάσισε την περικοπή των επιδοτήσεων προς οκτώ θερμικές μονάδες για κεντρική θέρμανση σε συνέχεια συμφωνίας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι επιδοτήσεις για τις μονάδες Iskrets, Bedek-Troyan και Loznitsa θα διακοπούν την 1η Νοεμβρίου 2000. Για τις υπόλοιπες πέντε μονάδες Yambol, Pravets, Lovech, Samokov, και Φιλιππούπολη θα έχει εφαρμογή από τον Ιούνιο 2001. Η συμφωνία με το ΔΝΤ προβλέπει επίσης οτι οι επιδοτήσεις για το τρέχον έτος δεν θα υπερβούν το 93 εκατ. D.M. Η κυβέρνηση υπολογίζει οτι μέχρι το 2005, οκτώ από τις υπάρχουσες 22 μονάδες για κεντρική θέρμανση θα επιδοτούνται. Αυτές οι οκτώ μονάδες καλύπτουν το 80% των αναγκών της χώρας για οικιακή χρήση. Επίσης, εκτιμάται οτι οι ανάγκες για τον εκσυχγρονισμό των μονάδων θα υπερβούν τα 573 εκατ. D.M. Αυτές οι εκτιμήσεις βασίζονται σε δύο εναλλακτικές λύσεις: με ή χωρίς ξένες επενδύσεις. Στην πρώτη περίπτωση, οι άμεσες επιδοτήσεις θα μειωθούν σταδιακά αλλά θα παραμείνουν στο ύψος των 63 εκατ. D.M. το έτος 2005. Με ξένες επενδύσεις, οι απαιτούμενες επιδοτήσεις θα μειωθούν σταδιακά ώστε να ανέρχονται μόνο δε 800.000 D.M. το 2005.
Αυτό σημαίνει οτι οι περικοπές θα ανέρχονται σε 17,35% το 2002, σε 40,62% το2003, σε 77,09% το 2004 και, σε 98,64% το 2005. Οσον αφορά στις τιμές, δενθα γίνει ουδεμία αύξηση έως τον Ιούλιο του 2001. Αυτό σημαίνει οτι θα πρέπει να αυξηθούν κατά 3,33% το 2001 και κατά 10% έκαστο Ιούλιο έως το 2005. Οι μονάδες ατμού για θέρμανση έχουν για κύριο καταναλωτή τους ιδιώτες. 12% του συνόλου του πληθυσμού χρησιμοποιεί για κεντρική θέρμανση αυτές τις μονάδες και αντιστοιχούσε κατά την περίοδο θέρμανσης 1999-2000 σε 73,5% των εσόδων των μονάδων, ενώ την βιομηχανία ήταν 6,03%, για τα γραφεία 7,41% και τέλος για τα κρατικά Οργανα 13,96%. Η πρόταση της Κυβέρνησης να μεταβιβάσει στους διάφορους Δήμους την εκμετάλλευση των μονάδων θέρμανσης απέτυχε λόγω του κόστους λειτουργίας με το οποίο θα έπρεπε να επιβαρυνθούν. Προς το παρόν, μόνο ο Δήμος της Σόφιας εκμεταλλεύεται παρόμοια μονάδα. Ως εναλλακτική λύση, προβάλλεται η κάτ’ αρχή μετοχοποίηση των μονάδων κατά 15% μεταξύ των Δήμων, κράτους, περιφερειακών διοικήσεων και, ιδιωτών. Ετσι, οι τοπικές κυβερνητικές αρχές θα ενθαρρύνουν την προσέλκυση ξένων επενδυτών.
Hλεκτρισμός
Κατόπιν αιτήματος της Τουρκίας προς την Βουλγαρία, συμφωνήθηκε η αύξηση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας προς την Τουρκία, καθώς και ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου. Αυτά τα σχέδια εντάσσονται στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών σε συνέχεια της Συμφωνίας της 4/11/98 για τους τομείς ενέργειας και υποδομών. Ενα από τα σχέδια αφορά στην κατασκευή στην Gorna Arda τριών υδροηλεκτρικών μονάδων κατά μήκος του ποταμού Arda. Το κόστος υπολογίζεται σε 220 εκατ. δολλ. το οποίο θα αναληφθεί κατά 50%-50% μεταξύ της βουλγαρικής National Electricity Company (NEC) και της τουρκικής Ceylan Holding, με το σκεπτικό οτι η αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας θα ανέλθει σε περίπου 0,06 έως 0,08 δολλ.ανά kwh. Οι εκδηλώσεις των εγκαινίων έγιναν μεν, αλλά οι εργασίες δεν έχουν αρχίσει λόγω έλλειψης διαθεσίμων χρηματικών πόρων. Οσον αφορά στην Ceylan Holding, λέγεται οτι έχει ήδη εύρει την αναγκαία χρηματοδότηση από διάφορες διεθνείς πηγές. Από βουλγαρικής όμως πλευράς, πηγές του Υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης αναφέρουν οτι διάφοροι ξένοι επενδυτές έχουν δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για συμμετοχή τους σε αυτό το σχέδιο. Προς το παρόν, γίνονται συνομιλίες με δύο ιταλικές επιχειρήσεις,.μία των οποίων είναι η κρατική NL, με την γερμανική Preuss Elektra καθώς και την αμερικανική ΑΒΒ Αrmstrong που έχουν δείξει ενδιαφέρον. Η ιδέα είναι να ευρεθεί ένας στρατηγικός επενδυτής που θα αναλάβει το 70% του κόστους κατασκευής.
Πετρέλαιο
Η Lukoil Bulgaria Ltd, που ανήκει πλέον κατά πλειοψηφία στο μεγαλύτερο διϋλυστήριο της χώρας την Neftochim, σχεδιάζει να αναπτύξει τις εξαγωγές πετρελαίου προς την Γιουγκοσλαβία σε συνέχεια των τελευταίων εξελίξεων. Ηδη, η εταιρεία έκανε εξαγωγές προς ιδιωτικές εταιρείες της όμορης χώρας. Μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους προβλέπεται οι εξαγωγέςνα αυξηθούν κατά 15-20%. Η Lukoil προγραμματίζει την ίδρυση ενός δικτύου 150 σταθμών βενζίνης σε όλη τη χώρα έως το 2005, ετήσιας επένδυσης 21 εκ. δολλ. Στο διϋλυστήριο της Neftochim προβλέπονται επενδύσεις ύψους 400 εκ. δοολ. μέχρι το 2005 για την αύξηση της παραγωγής. Η μονάδα αυτή πάντως αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Για το 2000 έχουν ήδη διατεθεί 20 εκ. δολλ. για επισκευές.
Η βουλγαρική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η χώρα παρουσιάζει μία πολύ υψηλή κατανάλωση ενέργειας ανά κάτοικο (περίπου 10 φορές περισσότερο από την Ε.Ε.). Η κατάσταση αυτή είναι τυπική των οικονομιών χωρών όπου ταυτόχρονα η τιμή της παρεχομένης ενέργειας υποτιμολογείται, χρησιμο-ποιείται ενέργεια με ένταση από ενεργοβόρες βιομηχανίες και η οικια-κή θέρμανση επιτυγχάνεται με χαμη-λής απόδοσης τεχνολογία.
Το 64% των ενεργειακών αναγκών της Βουλγαρίας καλύπτονται από πετρέλαιο (25%) και φυσικό αέριο (39%). Το υπόλοιπο αντιστοιχεί σε ηλε-κτρισμό (21%) και σε στερεά καύσιμα (15%). Οι μεταφορές εξαρτώνται σχεδόν στο σύνολό τους από το πετρέλειο και το αέριο (95%), έπεται ο κατασκευαστικός τομέας (82%), η γεωργία (81%) και η βιομηχανία (65%). Η τάση κατανάλωσης υγρών καυσίμων δείχνει αύξηση στην γεωργία και στις μεταφορές, μείωση στην βιομηχανία και οικιακή χρήση, και παραμονή σταθερή στον κατασκευα-στικό τομέα. Για οικιακή χρήση, οι καταναλωτές βασίζονται για τις ενερ-γειακές τους ανάγκες κατά 50% στο πετρέλαιο και το αέριο όπου το υγραέριο κατέχει ασήμαντο μερίδιο (2-3%). Το φυσικό αέριο καλύπτει άνω του 30% των ενεργειακών αναγκών και χρησιμο-ποιείται βασικά για θέρμανση και παροχή ζεστού νερού από τις περιφερειακές εταιρείες θέρμανσης, εκ των οποίων το 90% χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους φυσικό αέριο.
Ο όγκος των εισαγωγών στην Βουλ-γαρία αργού πετρελαίου από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2000 μειώθηκε κατά 15,4% (520.000 τόν.), συγκριτικά με την ίδια περίοδο του 1999. Οσον όμως αφορά στις τιμές, αυτές αυξήθηκαν κατά 254 εκατ. δολλ. (2% του ΑΕΠ). Οι υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων επηρέασαν κατά 9% την αύξηση των εισαγωγών από Ιανουάριο έως Ιούνιο του 2000. Οι αυξήσεις των τιμών διεύρυναν το έλλειμμα του εμπο-ρικού ισοζυγίου ίσον προς το 1% του ΑΕΠ (130 εκατ. δολλ.) και το έλλειμμα των τρεχουσών δαπανών κατά 1,1% (145 εκατ. δολλ.). Υπολογίζεται οτι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου δύναται να πλησιάσει το 2% του ΑΕΠ έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Η αύξηση των τιμών των καυσίμων μεταφράζεται σε μία επιβάρυνση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, άρα μείωση των κερδών και των εσό-δων. Εκτιμάται οτι η αύξηση των τιμών των καυσίμων θα έχει σαφείς επιπτώσεις στο επίπεδο του πληθωρισμού και στο ισοζύγιο πληρωμών. Συμπληρωματικά, δύναται να λεχθεί οτι οι αρνητικές επιπτώσεις στην Ε.Ε. λόγω των καυσί-μων θα έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην βουλγαρική οικονομία, η οποία εξαρτά-ται κατά 54% από τις εξαγωγές της προς την Ε.Ε.
Ασχετα από την σημερινή συγκυρία που συσχετίζεται με τις διεθνείς τιμές των καυσίμων, τα έξοδα που αναλογούν στην ενέργεια από πλευράς οικιακής χρήσης αυξάνουν. Τα έξοδα θέρμανσης (15-20% για διάφορους τύπους κατοι-κιών) αποτελούν τον τομέα που επιβα-ρύνει περισσότερο τα νοικοκυριά μετά από την διατροφή. Προκειμένου οι ιδιώτες να καλύψουν την αύξηση του κόστους θέρμανσης, περιορίζουν άλλα τους έξοδα και αναδιαμορφώνουν τον προϋπολογισμό τους. Πάντως, η οιαδή-ποτε αναδιάρθρωση του προϋπολο-γισμού των νοικοκυριών έχει αρνητικό αντίκτυπο σε άλλα καταναλωτικά σχέδια και φυσικά μειώνει τις δαπάνες διατροφής και περιορίζει τα έξοδα για ένδυση και ψυχαγωγία.
Ο μέσος όρος του κόστους θέρμανσης για οικιακή χρήση την χειμερινή περίοδο ανέρχεται σε περίπου 40-45 δολλ. τον μήνα, όταν το 60% των μελών ενός νοικοκυριού έχει εισόδημα που κυμαίνεται σε 60-70 δολλ. μηνιαίως. Η προσαρμογή των τιμών θέρμανσης στο πραγματικό οικονομικό τους επίπεδο για το έτος 2002 υπολογίζεται οτι θα αυξήσει το κόστος από 40 σε 75 δολλ.
Η αυξητική εξέλιξη της τιμής των καυσίμων και της ενέργειας θα έχει άμε-σες επιπτώσεις στο σύνολο του προϋπολογισμού των νοικοκυριών για θέρμανση από 382 εκατ. δολλ. το 2000 σε 446 εκατ. δολλ. το 2002. Επιπτώσεις μάλλον θα υπάρξουν στον κρατικό προϋπολογισμό, εφόσον το κράτος θα πρέπει να αυξήσει την βοήθεια που παρέχει (για κοινωνικούς λόγους) σε επιλεγμένα νοικοκυριά.
Οι περιφερειακές ενεργειακές μονάδες θέρμανσης χρησιμοποιούν περίπου το 1/3 της συνολικής κατανάλωσης της χώρας σε φυσικό αέριο. Ανω του 90% αυτών των μονάδων λει-τουργούν με φυσικό αέριο, που σημαίνει οτι άνω του 16% του πληθυσμού (στις μεγάλες πόλεις) εξαρτάται από το φυσικό αέριο. Ο μέσος όρος αποσύνδεσης από τα περιφερειακά κέντρα θέρμανσης πλησιάζει σε εθνικό επίπεδο το 35,6%. Αυτό το ποσοστό τείνει να αυξάνεται και ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν οτι σε ορισμένες περιοχές δύναται να φθάσει το 60%. Σε πολυκατοικίες όπου η αποσύνδεση από το δίκτυο υπερβαίνει το 50%, τα τιμολόγια μπορούν να αυξηθούν έως και 80%, πράγμα που σημαίνει οτι περισσότεροι καταναλωτές μεταπηδούν στην ηλεκτρική ενέργεια. Η αυξητική όμως τάση αποσύνδεσης από το δίκτυο δύναται να προκαλέσει προβλήματα ύπαρξης των περιφερειακών μονάδων. Θα είναι υποχρεωμένες να περικόψουν τον ήδη περιορισμένο προϋπολογισμό τους, ενώ οι τιμές προς τον τελικό καταναλωτή είναι προκαθορισμένες σε 16,5 δολλ/MW παρά την παρατηρούμενη αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου και του αργού πετρελαίου. Με υψηλότερες τιμές, η ανάγκη κρατικών επιδοτήσεων θα αυξηθεί αναλογικά με την συμμετοχή των καυσίμων στο κόστος λειτουργίας των περιφερειακών μονάδων, δηλαδή περίπου 60-70%. Ο κρατικός Οργανισμός ενέργειας και ενεργειακών πόρων προβλέπει οτι η άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου, από 1ης Νοεμβρίου 2000, θα είναι της τάξεως του 15%. Με βάση αυτή την υπόθεση, θα επιβαρυνθεί ο κρατικός προϋπολογισμός με αύξηση των επιδοτήσεων προς τις περιφερειακές μονάδες θέρμανσης κατά 3,7 εκατ. δολλ. Σήμερα, οι προκαθορισμένες τιμές θέρμανσης για οικιακή χρήση κοστίζουν στο κράτος, λόγω επιδοτήσεων, περίπου 33-35 εκατ. δολλ. Οι πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Βουλγαρία είναι: Το πυρηνικό εργοστάσιο του Κοζλοντούϊ με 6 αντιδραστήρες και συνολική δυναμικότητα 3.760 mw
Οι μονάδες Maritsa Iztok στην Κεντρική Βουλγαρία, με 3 θερμοηλεκτρικά εργοστάσια συνολικής ισχύος 2.940 mw που χρησιμοποιούν λιγνίτη από την γύρω περιοχή. Η θερμοη-λεκτρική μονάδα στην Βάρνα, εγκατεστημένης ισχύος 1.26 mw που τροφοδοτείται από εισαγόμενο κάρβουνο και φυσικό αέριο. Το θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο στο Ρούσε, ισχύος 400 mw. Το σύνολο των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης για οικιακή και βιομηχανική χρήση, που ανήκουν σε διάφορους μεγάλους Δήμους της χώρας, με συνολική ισχύ 1.605 mw εκ των οποίων 211 mw στην Σόφια, λειτουργούν με κάρβουνο, λιγνίτη ή αέριο. Κατά το 1999, η Εθνική Εταιρεία Ηλεκτρισμού αγόρασε από τις παραπάνω περιφερειακές ενεργειακές μονάδες 1.37 δισ. kwh. Η κατανάλωση ηλεκτρισμού στην Βουλγαρία από 41.63 δισ. kwh το 1995, παρουσίασε μεγάλη πτώση το 1999 (36.3 δισ. kwh). Επίσης, το 1999 η εγκατεστημένη ισχύς προήρχετο κατά 35,2% από θερμοηλεκτρικές μονάδες και 32,1% από το πυρηνικό εργοστάσιο του Κοζλοντούϊ το οποίο για πολλά χρόνια συμμετείχε κατά 40% στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Βουλγαρία. Σε συνέχεια διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., αποφασίσθηκε τελικά να σταματήσει η λειτουργία δύο εκ των αντιδραστήρων το 2002 και των υπολοίπων μεταξύ 2006-2007. Ακόμη και στην περίπτωση σημερινής διακοπής της λειτουργίας των 4 αντιδραστήρων, η Βουλγαρία δεν θα παρουσίαζε έλλειμμα ηλεκτρικής ενέργειας. Οσον αφορά στη συνολική εγκατεστημένη ισχύ των 13.600 mw, 2.600 mw δεν θεωρούνται εκμεταλλεύσιμα.
Η National Electric Co της Βουλγαρίας συμφώνησε για την παροχή προς την ΠΓΔτΜ ηλεκτρικής ενέργειας.Από τους μέχρι τώρα υπλογισμούς, προβλέπεται οτι μέχρι το τέλος προσεχούς Μαρτίου θα διατεθούν 235 εκατ. kWh με κόστος 7,5 εκατ. δολλ. ή 0,0317 δολλ. ανά kWh. Η παροχή ενέργειας θα κυμαίνεται γύρω στα 200 MW κατά την διάρκεια της ημέρας και μεταξύ 80 και 130 MW την νύχτα.
Ο δείκτης τιμών Ιανουαρίου 2001 παρουσίασε αύξηση κατά 0,6% συγκριτικά με τον προηγούμενο μήνα και 0,3% τον Φεβρουάριο 2001. Οι σημαντικότερες αυξήσεις παρατηρή-θηκαν τον Φεβρουάριο στην ύδρευση +3,4%, υγρά καύσιμα για οικιακή χρήση +5,9%, εφημερίδες +4,8% και εισητήρια τρένων +17,1%. Οι πωλή-σεις του τομέα βιομηχανίας αυξήθη-καν τον Ιανουάριο 2001, σε ετήσια βάση, κατά 1,8%. Επι μέρους, στην μεταποίηση +1,4%, στην παραγωγή και διανομή ηλεκτρισμού, αερίου και ύδατος +7%, ενώ στα ορυχεία παρου-σιάσθηκε μείωση κατά 15,5%. Αναλυ-τικά, οι πωλήσεις ελαστικών και πλαστικών αυξήθηκαν κατά 44,6%, προϊόντα καπνού +37,8%, χημικά, μηχανές και οικιακές συσκευές +28%, τρόφιμα και ποτά 17,8%. Μείωση παρατηρήθηκε επίσης στην μεταλ-λουργία 13,6%, και στις μηχανές 12%.